ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ

29 Νοε 2018

Η άγνωστη χώρα του γραψίματος

Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΤΣΟΥΛΙΑΣΑπό πού αντλεί το γράψιμο τη ζωοποιό του δύναμη; Ποιος είναι ακριβώς ο βαθύς πυρήνας του και ποια η ουσία του; Πού αποσκοπεί και τι επιδιώκουμε μ’ αυτό; Πώς γίνεται και... ασκεί την υπέροχη μαγεία ενός νέου κάθε φορά δημιουργήματος, ενός μικρόκοσμου προσωπικού;

Αλλά τα ερωτήματα δεν είναι μόνο προσωπικά ούτε και τωρινά. Έρχονται από μακριά, απροσδιόριστα από πού και πηγαίνουν επίσης κάπου μακριά, άγνωστο πού. Άραγε πώς ήταν εκείνοι οι καιροί που οι άνθρωποι άρχισαν να γράφουν, να κάνουν απτά τα νοήματα της σκέψης τους και τα μηνύματά τους, να εισέρχονται στον κόσμο της βραχογραφίας και από εκεί να ξεκινήσει ένα περίεργο ταξίδι μέσα από σχήματα, από σύμβολα, από γράμματα, από έννοιες και να αναδυθεί ο γραπτός πνευματικός πλούτος μας; Άραγε ποιοι είχαν την ιδέα της πρώτης γραφής των συμβόλων, πώς αισθάνθηκαν, πώς άλλαξε η ζωή τους εκείνες τις φωτεινές ημέρες;

Ποια κοινωνικά χαρακτηριστικά και ποιες ανάγκες ώθησαν το πρώτο χέρι να σκαλίσει τα αρχέγονα σχήματα, τι καινούργιο αναδυόταν από την είσοδο του πρωτόγονου ανθρώπου στη σκηνή των συμβόλων και της βαθύτερης συνεννόησης και επικοινωνίας, τι νέα τύπου κοινωνία ξεπηδούσε; Ήταν υπόθεση κάποιων λίγων πρωτοπόρων; Πώς μετασχηματίζονταν οι κοινωνίες στη συνέχεια όταν η γραφή περνούσε στα χέρια των πολλών; Και το ταξίδι αυτό της γραφής πώς έγινε και κουβάλησε και κουβαλάει την αγωνία και την αναζήτηση του ανθρώπου; Εδώ βρίσκεται εκτεταμένο παρθένο έδαφος στην προσπάθειά μας για αυτογνωσία. Δεν είναι μόνο, δεν είναι πρωτίστως οι δελεαστικοί χώροι της βιοτεχνολογίας και της γενετικής γραμματικής μας οι τόποι για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να κατανοήσουμε την ουσία της ανθρώπινης φύσης.

Και έφτασε η γραφή να είναι όχι απλά και μόνο το βασικότερο πεδίο επικοινωνίας όλων των ανθρώπων και όλων των κοινωνιών, αλλά και να αποτελεί μια φοβερή ψυχική ανάγκη, να είναι καθημερινή λειτουργία, λειτουργία που διεγείρει μόνιμα τη σκέψη – η μια σκέψη πυροδοτεί την άλλη χωρίς τελειωμό και δεν ξέρεις τι είναι ακριβώς και αυτή σκέψη (!) -, λειτουργία που απελευθερώνει το πνευματικό μας δυναμικό. Είναι υπόθεση ζωτική. Είναι πηγή και έκφραση αέναης δημιουργικότητας. Οι στιγμές του γραψίματος είναι οι πιο όμορφες προσωπικές στιγμές, ασκούν μια εντυπωσιακή γοητεία πνευματικής πλήρωσης, δημιουργούν μια γλυκιά μαγεία κάθε φορά πρωτόγνωρη, μετασχηματίζουν το περιεχόμενο της απλά επαναλαμβανόμενης καθημερινότητας.

Δηλώνω τη σχέση μου με το γράψιμο, για να «είμαι καθαρός». Θέλω να γράφω κάθε μέρα. Είναι ανάγκη μου ζωτική. Όταν γράφουμε, είμαστε κάπου αλλού, κανένας δεν ξέρει πού. Ίσως στους άγνωστους τόπους του παρελθόντος, της απαρχής του γραψίματος. Αντιλαμβάνεσαι και βιώνεις όψεις της ζωής που θα έμεναν για πάντα ανεκδήλωτες. Γεύεσαι δικές σου απόψεις που θα έμεναν άρρητες, ποτέ δεν θα γεννιούνταν. Ένας μπουκωμένος χείμαρρος στοχασμών βρίσκει διέξοδο και σαρώνει την τυποποιημένη και χωρίς έμπνευση σκέψη της καθημερινότητας. Όχι, δε βρίσκουμε μικρούς δικούς μας θησαυρούς σκάβοντας με του γραψίματος τα εργαλεία. Όχι, το γράψιμο μαζί με σένα δημιουργεί τον κόσμο των σκέψεων αλλά δεν ξέρεις κάθε φορά ποιος είναι ο γεννήτορας, εσύ ή το γράψιμο. Ίσως να συνευρίσκουμε και να συνδημιουργούμε ταυτόχρονα εμείς και το γράψιμο αυτό το θαυμαστό σύμπαν, το σύμπαν μια άγνωστης διάστασης.

Αλλά πάντα τα σχετικά ερωτήματα θα παραμένουν ακέραια και απροσέγγιστα: Ποια είναι η δύναμη που βγάζει τις σκιές στο φως; Ποια δύναμη δίνει μορφή και πνοή στις επινοήσεις του γραψίματος; Εμείς δημιουργούμε το γράψιμο ή το γράψιμο εμάς, συναντιόμαστε κάπου στη μέση; Ποιος ακριβώς είναι ο πυρήνας του γραψίματος, μιλάμε σε κάποιον ή μιλάμε με κάποιον; Τι συμβαίνει; Συναντάς στοχασμούς και αναστοχασμούς σου που ποτέ δεν θα συναντούσες και απορείς με τα σύνορα του εαυτού σου. Το γράψιμο απελευθερώνει ένα μέρος από τα απέραντα χωράφια των προσωπικών μας στοχασμών, οι περισσότεροι στοχασμοί παραμένουν μια προσωπική ιδιότυπη αφήγηση και χάνονται με το χαμό μας.

Πιάνεις ένα θέμα, μια ασήμαντη απορία, ένα μικρό ερώτημα και μετά διαρκώς το σκέπτεσαι, φουσκώνει μόνο του σα ζυμάρι, το κάνεις έμμονη ιδέα, συζείς μαζί του, επιχειρείς να ανοίξεις τη βεντάλια των κρυμμένων πτυχών του, προσπαθείς να ξεφλουδίσεις φλοίδες και φλοίδες για να αγγίξεις τον στενό πυρήνα του, τον άτμητο πυρήνα και ποτέ δεν ξέρεις αν έχεις φτάσει εκεί, στην ουσία, ή αν παραμένεις στο στερέωμα των φαινομένων ή αν εισχωρείς και χάνεσαι στο γαλαξία των δικών σου φαντασιώσεων, ποτέ δεν ξέρεις αν είσαι στον κόσμο της πραγματικότητας ή στον κόσμο της φαντασίας ή αν τους ανακατεύεις χωρίς το αντιλαμβάνεσαι, αλλά τελικά χωρίς να σε νοιάζει.

Ίσως έτσι εξηγείται η παράξενη έξοδός σου από το πεδίο του γραψίματος, το παράξενο σχήμα της μετασχηματισμένης σκέψης σου – μερικοί προσθέτουν και την περίεργη όψη του προσώπου -, ακόμα και η αίσθηση της κούρασης που πάει αγκαλιά με την απόλαυση της δημιουργίας μάλλον προκύπτει από αυτή την περιπέτεια, την περιπέτεια στο άγνωστο, γιατί δεν βλέπεις τίποτα δίπλα από τους δρόμους που περνάς, δεν βλέπεις και κανέναν προορισμό, και όταν επιστρέφεις, νιώθεις μια γεύση ονείρου, ταλαντεύεσαι μήπως επανακάμπτεις από μια άγνωστη διάσταση του κόσμου ή του εαυτού σου.

Ίσως το γράψιμο να είναι τελικά ένα ταξίδι απροσδιόριστο, ίσως να είναι μια επίσκεψη σε χώρα που παραμένει πάντα άγνωστη, ίσως να αγγίζεις και να πατάς τόπους πέραν των ορίων της ύπαρξής σου και ως εκ τούτου ακατανόητους, ίσως να είναι μια διαρκής παλιννόστηση, ίσως να είναι η “οδύσσεια” του ίδιου του εαυτού μας που υπερβαίνει και τη ζωή μας – γι’ αυτό δεν υπάρχει Ιθάκη. Πώς να το μάθουμε…
clip_image001[5]
Matrehin Alexander, The Scent of Earth


https://www.timesnews.gr/i-agnosti-chora-toy-grapsimatos/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου