ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ

26 Οκτ 2018

Χένρι Μίλερ: Σκέψεις για το γράψιμο

Χένρι Μίλερ: Σκέψεις για το γράψιμο



O Κνουτ Χάμσουν είπε κάποτε, απαντώντας σ’ ένα ερωτηματολόγιο ότι έγραφε για να σκοτώσει την ώρα του. Νομίζω πως, κόμη κι αν ήταν ειλικρινής σ’ αυτή του τη δήλωση, εξαπατούσε....

τον εαυτό του. Το γράψιμο, όπως και η ίδια η ζωή, είναι ένα ταξίδι εξερευνήσεων. Η περιπέτεια είναι μεταφυσική· είναι ένας τρόπος έμμεσης προσέγγισης της ζωής, απόκτησης μια ολικής μάλλον, παρά μιας μερικής άποψης του σύμπαντος. Ο συγγραφέας ζει ανάμεσα στον ανώτερο και ον κατώτερο κόσμο: ακολουθεί το μονοπάτι για να γίνει τελικά μονοπάτι ο ίδιος.

Εγώ άρχισα μέσα στο απόλυτο χάος και το σκοτάδι, μέσα σ’ ένα τέλμα, σ’ ένα έλος από ιδέες, συγκινήσεις κι εμπειρίες. Ακόμα και τώρα δεν θεωρώ τον εαυτό μου συγγραφέα, με την κοινή έννοια της λέξης. Είμαι ένας άνθρωπος που λέει την ιστορία της ζωής του – μια διαδικασία που όλο και περισσότερο μου φαίνεται ανεξάντλητη, καθώς προχωρώ. Είναι ατελεύτητη σαν την ανέλιξη του κόσμου. Είναι ένα ανακύκλισμα, ένα ταξίδι σε διαστάσεις με παράγοντες Χ, με αποτέλεσμα σε κάποιο σημείο της πορείας, να ανακαλύπτει κανείς, ότι εκείνο που έχει να πει δεν είναι τόσο σημαντικό, όσο το ίδιο το είπωμα. Η ποιότητα τούτη είναι που δίνει σ’ όλη την τέχνη μια μεταφυσική χροιά, που την αίρει από τόπο και χρόνο και την τοποθετεί, την εντάσσει στην όλη κοσμική διαδικασία. Αυτό είναι ο «θεραπευτικό» στην τέχνη: η σημασία, το άσκοπο, το ατελεύτητο.

Από την αρχή σχεδόν, γνώριζα βαθιά ότι δεν υπάρχει σκοπός. Δεν έλπιζα να αγκαλιάσω ποτέ το όλο, παρά μονάχα να δίνω σε κάθε ξέχωρο κομμάτι, σε κάθε έργο, την αίσθηση του όλου, καθώς προχωρώ, γιατί σκάβω όλο και βαθύτερα τη ζωή, σκάβω όλο και βαθύτερα το παρελθόν και το μέλλον. Με τούτη την ατελεύτητη διείσδυση, αναπτύσσεται μια βεβαιότητα, που είναι ισχυρότερη κι από την πίστη ή την πεποίθηση. Γίνομαι όλο και περισσότερο αδιάφορος για τη μοίρα μου, ως συγγραφέα, κι όλο και περισσότερο βέβαιος για το πεπρωμένο μου ως ανθρώπου.

Άρχισα να εξετάζω με επιμέλεια το ύψος και την τεχνική εκείνων που κάποτε θαύμαζα και λάτρευα: του Νίτσε, του Ντοστογιέφσκι, του Χάμσουν, ακόμη και του Τόμας Μαν, που σήμερα τον απορρίπτω θεωρώντας τον έναν επιδέξιο ψευδολόγο, έναν πλινθοποιό, έναν εμπνευσμένο ανόητο, έναν ξοφλημένο. Μιμήθηκα κάθε ύφος με την ελπίδα να βρω το κλειδί που θα μου έλυνε το μυστήριο του πώς να γράφω. Τελικά έφτασα σε αδιέξοδο, σε μια απελπισία και μιαν απόγνωση που λίγοι άνθρωποι έχουν γνωρίσει, γιατί δε γινόταν να πάρει διαζύγιο ο εαυτός μου ως συγγραφέας από τον εαυτό μου ως άνθρωπο. Η αποτυχία μου ως συγγραφέα σήμαινε την αποτυχία μου ως ανθρώπου. Και απέτυχα. Συνειδητοποίησα ότι ήμουν ένα τίποτα – λιγότερο κι από τίποτα- μια αμελητέα ποσότητα. Σε κείνο το σημείο, στη μέση – να το πω έτσι – της νεκρής Σαργοθάλασσας, ήταν που άρχισα πραγματικά να γράφω. Ξανάρχισα από την αρχή, εγκαταλείποντας τα πάντα, ακόμη και κείνα που υπεραγαπούσα. Αμέσως μόλις άκουσα τη φωνή μου σαγηνεύτηκα. Το γεγονός ότι ήταν μια διαφορετική, ξεχωριστή, μοναδική φωνή, με στήριζε. Δε μ’ ένοιαζε αν εκείνο που έγραφα θα μπορούσε να θεωρηθεί κακό. Οι λέξεις «καλό» και «κακό» εκδιώχτηκαν από το λεξιλόγιό μου. Μπήκα ολοκληρωτικά στη σφαίρα της αισθητικής, στη σφαίρα της τέχνης, όπου η ηθική και η ωφελιμότητα δεν έχουν θέση. Η ίδια μου η ζωή έγινε έργο τέχνης. Είχα βρει μια φωνή, ήμουν πάλι ένα ολόκληρο. Η εμπειρία μου έμοιαζε με κείνα που διαβάζουμε σχετικά με τη ζωή των μυστών του Ζεν. Η τεράστια αποτυχία μου έμοιαζε με την ανακεφαλαίωση της εμπειρίας ενός αγώνα. Έπρεπε να αποστραφώ τη γνώση, να συνειδητοποιήσω τη ματαιότητα των πάντων, να συντρίψω τα πάντα, να φτάσω στην απελπισία, να γίνω ταπεινός, να διαγράψω τον παλιό μου εαυτό, για να ξαναβρώ την αυθεντικότητά μου. Έπρεπε να φτάσω στο χείλος του γκρεμού κι έπειτα να πηδήξω στο σκοτάδι.

Μιλώ τώρα για την Πραγματικότητα, όμως γνωρίζω ότι δεν μπορεί κανείς να την πιάσει, τουλάχιστο με το γράψιμο. Μαθαίνω λιγότερα και καταλαβαίνω περισσότερα. Μαθαίνω μ’ έναν κάπως διαφορετικό, υπόγειο τρόπο. Αποκτώ όλο και περισσότερο το δώρο της αμεσότητας. Αναπτύσσω την ικανότητα να αντιλαμβάνομαι, να κατανοώ, να αναλύω, να συνθέτω, να κατατάσσω, να πληροφορώ, να μιλώ ξεκάθαρα – όλα αυτά μαζί. Το δομικό στοιχείο των πραγμάτων αποκαλύπτεται στα μάτια μου αμεσότερα. Αποφεύγω κάθε σαφή ερμηνεία· όσο αυξάνει η απλοποίηση, τόσο μεγαλοποιείται το μυστήριο. Ό,τι ξέρω γίνεται ολοένα και πιο ανείπωτο. Ζω σε βεβαιότητα, μια βεβαιότητα που δεν εξαρτάται από αποδείξεις ή πίστη.. Ζω ολότελα για τον εαυτό μου, χωρίς τον παραμικρό εγωισμό ή εγωπάθεια. Ζω το μερίδιό μου απ’ τη ζωή, υποδαυλίζοντας έτσι το σκοτεινό σχέδιο των πραγμάτων. Συμβάλλω στην ανάπτυξη, στον εμπλουτισμό, στην ανέλιξη και στη μεταβίβαση του κόσμου, κάθε μέρα, με κάθε τρόπο. Δίνω όλα όσα έχω να δώσω εθελοντικά και παίρνω όσα μου είναι δυνατό να απορροφήσω. Είμαι ταυτόχρονα πρίγκιπας και πειρατής. Είμαι το σημείο του «ίσον», το πνευματικό ομοίωμα του σημείου του Ζυγού, στον αρχικό Ζωδιακό κύκλο, που ζυγιαζόταν χωρίζοντας χωρίζοντας την Παρθένο απ’ το Σκορπιό. Βρίσκω πως υπάρχει αρκετός χώρος στον κόσμο για όλους – μεγάλα ενδοδιαστημικά βάθη, μεγάλα σύμπαντα του εγώ, μεγάλα νησιά ανασυγκρότησης για όποιον πετυχαίνει να φτάσει την ατομικότητα. Στην επιφάνεια, εκεί όπου ξεσπούν οι ιστορικές μάχες, όπου τα πάντα ερμηνεύονται σε σχέση με το χρήμα και τη δύναμη, μπορεί να υπάρχει συνωστισμός, η ζωή όμως αρχίζει όταν πέσει κανείς κάτω από την επιφάνεια, όταν εγκαταλείψει τον αγώνα, βουλιάξει και πάψει να είναι ορατός. Τώρα μπορώ το ίδιο εύκολα να γράφω ή να μη γράφω. Δεν υπάρχει πια καμιά πίεση, καμιά θεραπευτική πλευρά σ’ αυτό. Ό,τι κάνω, γίνεται από άκρατη χαρά. Ρίχνω τους καρπούς μου σαν ορισμένο δέντρο. Το τι παίρνει απ’ αυτό ο κοινός αναγνώστης η ο κριτικός δε μ’ ενδιαφέρει. Δε θεμελιώνω αξίες. Αποβάλλω και τρέφομαι. Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο σ’ αυτό.

Η κατάσταση τούτη της θείας αδιαφορίας είναι μια λογική εξέλιξη της εγωκεντρικής ζωής. Ξεπέρασα το κοινωνικό πρόβλημα πεθαίνοντας· το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η συνύπαρξη με το γείτονα ή η εισφορά στην ανάπτυξη της χώρας, αλλά ν’ ανακαλύψει κανείς τη μοίρα του, να ζήσει μια ζωή σύμφωνη με το βαθύτερο ρυθμό του κόσμου. Να είναι σε θέση να μεταχειρίζεται τη λέξη κόσμος θαρραλέα, να μεταχειρίζεται τη λέξη ψυχή, να ασχολείται με θέματα «πνευματικά» και ν’ αποφεύγει ορισμούς, υπερασπίσεις, αποδείξεις, καθήκοντα. Ο Παράδεισος είναι παντού και κάθε δρόμος, αν τον ακολουθήσει κανείς πέρα για πέρα, οδηγεί σ αυτόν. Μπορούμε να προχωρήσουμε μονάχα πηγαίνοντας προς τα πίσω, έπειτα πλάγια, έπειτα πάνω κι έπειτα κάτω. Δεν υπάρχει πρόοδος. Υπάρχει μια αιώνια κίνηση, μετατόπιση κυκλική, σπειροειδής, ατελεύτητη. Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του μοίρα. Το μόνο σημαντικό είναι να την ακολουθήσει κανείς, να την αποδεχτεί, αδιάφορο το πού τον πηγαίνει.

Δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το πώς θα είναι τα μελλοντικά μου βιβλία, ακόμη και το αμέσως επόμενο. Τα προγράμματα και τα σχέδιά μου είναι το ασθενέστερο είδος οδηγών. Τα απορρίπτω κατά βούληση, επινοώ, διαστρεβλώνω, παραμορφώνω, ψεύδομαι, υπερβάλλω, μπερδεύω και συγχέω κατά το κέφι μου. Υπακούω μόνο στα δικά μου ένστικτα και στις δικές μου διαισθήσεις. Δεν ξέρω τίποτα από πριν. Συχνά γράφω πράγματα που δεν τα καταλαβαίνω ο ίδιος, νιώθω όμως βέβαιος ότι αργότερα θα μου είναι ξεκάθαρα και νοηματισμένα. Έχω εμπιστοσύνη στον άνθρωπο που γράφει, που είναι ο εαυτός μου, ο συγγραφέας. Δεν πιστεύω σε λέξεις, ακόμα κι όταν είναι συνθεμένες από τον πιο ικανό άνθρωπο. Πιστεύω στη γλώσσα, που είναι κάτι πάνω από τις λέξεις, κάτι που οι λέξεις μόνο την ψευδαίσθησή του μας δίνουν. Οι λέξεις δεν υπάρχουν ξέχωρα, παρά μονάχα στα κεφάλια των λογίων, των ετυμολόγων, των φιλολόγων κ.λπ. Οι λέξεις που παίρνουν διαζύγιο από τη γλώσσα είναι πράγματα νεκρά, δεν κλώθουν μυστικά. Ο άνθρωπος αποκαλύπτεται με το στυλ του, τη γλώσσα που δημιουργεί για τον εαυτό του. Για τον άνθρωπο που είναι αγνός στην ψυχή, πιστεύω πως όλα είναι πεντακάθαρα ακόμη και τα πιο μύχια χειρόγραφα. Για έναν τέτοιον άνθρωπο υπάρχει πάντα κάποιο μυστήριο, όμως το μυστήριο αυτό δεν είναι μυστηριώδες· είναι λογικό, φυσικό, θεσπισμένο και κατά συνέπεια αποδεκτό. Κατανόηση δεν είναι η διείσδυση στο μυστήριο, αλλά η αποδοχή του, η αρμονική ζωή μαζί του, εντός του, διαμέσου του, βάσει του. Θα ’θελα οι λέξεις μου να ρέουν με τον ίδιο τρόπο που ρέει ο κόσμος, με κίνηση φιδίσια σε ανυπολόγιστες διαστάσεις, άξονες, γεωγραφικά πλάτη, κλίματα και συνθήκες. Δέχομαι a priori την ανικανότητά μου να συλλάβω ένα τέτοιο ιδανικό. Και δε με νοιάζει διόλου. Σε τελευταία ανάλυση, η ίδια η λέξη εγκυμονεί την αποτυχία, είναι η τέλεια εκδήλωση της ατέλειας της συναίσθησης της αποτυχίας. Με τη συνειδητοποίησή της, η ίδια η αποτυχία απαλείφεται. Όπως το αρχικό πνεύμα του σύμπαντος, όπως το αδιάσειστο Απόλυτο, το ένα, το Όλο, ο δημιουργός, δηλαδή ο καλλιτέχνης, εκφράζει τον εαυτό του με την ατέλεια και διαμέσου τη. Είναι η ουσία του κόσμου, το ίδιο το σημάδι της ζωής. Πλησιάζουμε περισσότερο την αλήθεια της καρδιάς, που είναι υποθέτω ο απώτατος σκοπός του συγγραφέα, όσο παύουμε τον αγώνα, όσο εγκαταλείπουμε την επιθυμία. Ο μεγάλος συγγραφέας είναι το ίδιο το σύμβολο της ζωής, του μη-τέλειου, κινείται δίχως προσπάθεια, δίνοντας την ψευδαίσθηση της τελειότητας, από κάποιο άγνωστο κέντρο, που δεν είναι βέβαια το κέντρο του εγκέφαλου, αλλά που είναι σίγουρα κέντρο, ένα κέντρο συνδεμένο με το ρυθμό ολάκερο του σύμπαντος κι είναι επομένως τόσο ακέραιος, στέρεος, αδιάσειστος, τόσο ανθεκτικός, προκλητικός, αναρχικός, άσκοπος, όσο το ίδιο το σύμπαν. Η τέχνη δεν διδάσκει τίποτα παρά μονάχα τη σημασία της ζωής. Τα μεγάλα έργα πρέπει αναπόφευκτα να είναι σκοτεινά, κατανοητά μονάχα από τους πολύ λίγους, εκείνους που, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας, μυούνται στα μυστήρια. Η επικοινωνία γίνεται τότε δευτερεύουσα. σημασία έχει η διαιώνιση. Γι’ αυτή ένας μόνο καλός αναγνώστης είναι απαραίτητος (…).

Οι πιο πολλοί καλλιτέχνες καταστρέφουν τη ζωή με την προσπάθεια που καταβάλλουν για να τα βγάλουν πέρα μαζί της. Χωρίζουν το αυγό στα δυο του μέρη. Πιστεύω ακράδαντα πως κάθε τέχνη κάποια μέρα θα εξαφανιστεί. Ο καλλιτέχνης όμως θα μείνει και η ίδια η ζωή θα γίνει όχι «μια τέχνη» αλλά «η τέχνη», δηλαδή θα σφετεριστεί το πεδίο της ζωής οριστικά και για πάντα. Σύμφωνα με κάθε ουσιαστική έννοια, σίγουρα δεν είμαστε ακόμη ζωντανοί. Δεν είμαστε πια ζώα, αλλά σίγουρα δεν είμαστε άνθρωποι. Από το χάραμα της τέχνη όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες δεν έπαψαν να μας το βροντοφωνούν, αλλά λίγοι είναι εκείνοι που το έχουν καταλάβει. Όταν η τέχνη γίνει πραγματικά αποδεκτή, τότε θα πάψει να υπάρχει. Είναι μονάχα ένα υποκατάστατο, μια συμβολική γλώσσα για κάτι που μπορεί να συλλαμβάνεται άμεσα. Αλλά για να φτάσουμε εκεί ο άνθρωπος πρέπει να γίνει πραγματικά θρήσκος, όχι πιστός, αλλά αρχικινητής, θεός στις πράξεις και στα έργα. Θα γίνει έτσι αναπόφευκτα. Κι από τα περάσματα τούτου του μονοπατιού, η τέχνη είναι το πιο ένδοξο, το πιο γόνιμο, το πιο διδακτικό. Ο καλλιτέχνης που γίνεται γνώστης παύει να είναι καλλιτέχνης. Κι το ρεύμα τείνει στη γνώση, σ’ αυτή την τυφλωτική συναίσθηση, όπου καμιά μορφή της σύγχρονης ζωής δεν μπορεί ν’ ανθίσει, ούτε και τέχνης.

Αυτό σε μερικούς θα μοιάζει για φενάκη, είναι ωστόσο ειλικρινής δήλωση των σημερινών μου πεποιθήσεων. Θα πρέπει, βέβαια, να έχει κανείς υπόψη, ότι υπάρχει μια αναπόφευκτη διαφορά ανάμεσα στην αλήθεια ενός θέματος και σ’ εκείνο που φρονεί κανείς ακόμη και για τον εαυτό του. Πρέπει όμως ακόμη να έχει υπόψη του, ότι υπάρχει και ανάλογη διαφορά ανάμεσα στην κρίση κάποιου άλλου και στην ίδια αυτή αλήθεια. Ανάμεσα στο υποκειμενικό και το αντικειμενικό δεν υπάρχει ζωτική διαφορά. Τα πάντα είναι απατηλά ή λίγο-πολύ διάφανα. Όλα τα φαινόμενα, μαζί κι ο άνθρωπος και η γνώμη του για τον εαυτό του, δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια κινητή, μεταβλητή αλφάβητο. Δεν υπάρχουν σταθερά γεγονότα να βασιστεί κανείς. Έτσι, στ γράψιμο, ακόμη κι αν οι διαστρεβλώσεις και οι παραμορφώσεις μου είναι αυθαίρετες, δεν είναι απαραίτητα λιγότερο κοντά στην αλήθεια των πραγμάτων. Μπορεί κανείς να είναι απόλυτα φιλαλήθης, και ειλικρινής, ακόμη κι όταν είναι ομολογημένα ο χειρότερος ψεύτης. Η φαντασία και η ανακάλυψη είναι από το ίδιο υλικό της ζωής. Η αλήθεια δεν διαταράζεται με κανένα τρόπο από τις βίαιες δονήσεις του πνεύματος (…).

Σκέφτηκα συχνά ότι θα ήθελα μια μέρα να γράψω ένα βιβλίο εξηγώντας πώς έγραψα ορισμένες περικοπές των βιβλίων μου, ή ίσως μονάχα μια περικοπή. Πιστεύω πως θα μπορούσα να γράψω ένα χοντρό βιβλίο πάνω σε μια και μόνη παράγραφο, που θα την επέλεγα στην τύχη από τα έργα μου. Ένα βιβλίο για τη σύλληψή της, για τη γένεσή της, τη μεταμόρφωσή της, τη γέννα της, για το χρόνο που μεσολάβησε από τη γέννηση της ιδέας ως την καταγραφή της, το χρόνο που χρειάστηκε για να γραφτεί, τις σκέψεις που είχα κατά καιρούς ενώ την έγραφα, τη μέρα της εβδομάδας, την κατάσταση της υγείας μου, την κατάσταση των νεύρων μου, τις διακοπές που έγιναν, άλλες με τη θέλησή μου και άλλες που μου τις επέβαλαν, τις πολυποίκιλες παραλλαγές εκφράσεων που μου έρχονταν στο νου κατά τη διάρκεια του γραψίματος, τις αλλαγές, το σημείο που τ’ άφησα κι έφυγα και γυρίζοντας άλλαξα τελείως την αρχική ροή, ή το σημείο όπου σταμάτησα επιδέξια, όπως ένας χειρουργός που κάνει το καλύτερο σε μια κακή δουλειά, με την πρόθεση να γυρίσω και να συνεχίσω αργότερα, αλλά ποτέ δεν το έκανα, ή άλλοτε που γύρισα και συνέχισα τη ροή ασυναίσθητα, αργότερα, έπειτα από μερικά βιβλία, όταν η ανάμνησή της είχε σβήσει. Ή θα μπορούσα ν’ αντιπαραβάλω δυο περικοπές που το ψυχρό μάτι του κριτικού τις φέρνει παραδείγματα για τούτο ή εκείνο, και να τους μπερδέψω ολότελα αυτούς τους κριτικούς με τις αναλύσεις τους, δείχνοντας πως ένα φαινομενικά ανώδυνο κομμάτι γραφής επιτεύχθηκε με μεγάλη προσπάθεια ενώ μια άλλη δύσκολη, λαβυρινθώδης περικοπή γράφτηκε σαν φύσημα αέρα, σαν έκρηξη γκέιζερ. Ή θα μπορούσα να δείξω πώς μια περικοπή διαμορφώθηκε αρχικά ενώ ήμουν στο κρεβάτι, πώς μεταμορφώθηκε καθώς σηκώθηκα και ξαναμεταμορφώθηκε τη στιγμή που κάθισα να τη βάλω στο χαρτί (…).

Στην αρχή ονειρευόμουνα να συναγωνιστώ τον Ντοστογιέφσκι. Έλπιζα να δώσω στον κόσμο πελώριους λαβυρινθώδεις ψυχικούς αγώνες που θα σάρωναν τον κόσμο. Αλλά πριν προχωρήσω πολύ, κατάλαβα ότι είχαμε ανελιχτεί σε σημείο που ξεπερνούσε τον Ντοστογιέφσκι – εννοώ σε εκφυλισμό. Σε μας το πρόβλημα της ψυχής έχει εξαφανιστεί, ή μάλλον εμφανίζεται με μια περίεργη διαστρεβλωμένη χημική μορφή. Καταπιανόμαστε με τους κρυστάλλους της διαλυμένης και θρυμματισμένης ψυχής. Οι μοντέρνοι ζωγράφοι εκφράζουν ίσως αυτή τη θέση κι αυτή την κατάσταση ακόμη πιο έντονα από τους συγγραφείς. Ο Πικάσο είναι λαμπρό παράδειγμα αυτού που εννοώ. Μου ήταν, επομένως, ολότελα αδύνατο να διανοηθώ να γράψω νουβέλες. Το ίδιο αδιανόητο μου ήταν να ακολουθήσω τα διάφορα αδιέξοδα που αντιπροσώπευαν τα διάφορα φιλολογικά κινήματα στην Αγγλία, τη Γαλλία και την Αμερική. Ένιωσα αναγκασμένος, έντιμα, να πάρω τα παράταιρα και διασκορπισμένα στοιχεία της ζωής μας – της ψυχικής μας ζωής – όχι της πολιτιστικής – και να τα χειριστώ με το δικό μου προσωπικό τρόπο, χρησιμοποιώντας το δικό μου διεσπαρμένο και θρυμματισμένο εαυτό όσο άκαρδα και απρόσεχτα θα μεταχειριζόμουν τα απομεινάρια ενός ναυαγίου – του κόσμου των φαινομένων που μας περιβάλλει. Δεν ένιωσα ποτέ το αίσθημα του ανταγωνισμού ή της ανησυχίας για την αναρχία που εμφανίζεται στις μορφές που επικρατούν στην τέχνη. Αντίθετα, καλωσόριζα πάντα τις καταλυτικές επιρροές. Σε μια εποχή που τη χαρακτηρίζει η διάλυση, η ρευστοποίηση μου φαίνεται αρετή και μάλιστα ηθική επιταγή. Όχι μόνο δεν ένιωσα ποτέ την παραμικρότερη επιθυμία να συντηρήσω, να στερεώσω ή να στηρίξω κάτι, αλλά μπορώ να πω, ότι θεωρούσα πάντα την παρακμή το ίδιο γοητευτική και πλούσια έκφραση της ζωής, όσο και την ακμή.

Θαρρώ θα πρέπει ακόμη να ομολογήσω, ότι οδηγήθηκα να γράφω γιατί αυτό αποδείχτηκε η μόνη διέξοδος που μου ήταν ανοιχτή, το μόνο έργο που άξιζε ν’ αναλώσω τις δυνάμεις μου. Δοκίμασα, έντιμα, όλους τους άλλους δρόμους που οδηγούσαν στην ελευθερία. Ήμουν μια εθελούσια αποτυχία στον κόσμο που λέγεται πραγματικότητα, όχι μια αποτυχία από έλλειψη ικανότητας. Το γράψιμο δεν ήταν «φυγή», τρόπος δραπέτευσης από την καθημερινή πραγματικότητα. Αντίθετα, σήμαινε μια ακόμη βαθύτερη κατάδυση σε γλυφή λίμνη – κατάδυση στην πηγή απ’ όπου τα νερά ανανεώνονται συνεχώς, όπου υπήρχε αέναη κίνηση και αναταραχή. Ανατρέχοντας στην καριέρα μου, βλέπω τον εαυτό μου σαν άνθρωπο που θα ήταν ικανός για κάθε δουλειά, για κάθε επάγγελμα. Εκείνα που με οδήγησαν στην απόγνωση ήταν η μονοτονία και η στειρότητα των άλλων διεξόδων. Αναζήτησα μια κατάσταση όπου θα ήμουν ταυτόχρονα και κύριος και δούλος. Ο κόσμος της τέχνης είναι η μόνη τέτοια κατάσταση. Μπήκα σ’ αυτόν δίχως κανένα φανερό ταλέντο, ένας πραγματικός αρχάριος, ανίκανος, αδέξιος, γλωσσοδεμένος, παράλυτος σχεδόν από φόβο και ταραχή. Έπρεπε να χτίσω τούβλο το τούβλο, να βάλω στο χαρτί χιλιάδες λέξεις πριν γράψω μια πραγματική, αυθεντική λέξη, βγαλμένη από τα σπλάχνα μου. Η ευκολία του λόγου που είχα ήταν μειονέκτημα. Είχα όλα τα ελαττώματα του μορφωμένου ανθρώπου. Έπρεπε να μάθω να σκέφτομαι, να νιώθω και να βλέπω μ’ έναν ολοκληρωτικά καινούργιο τρόπο, απαίδευτο, τον δικό μου τρόπο, που είναι το δυσκολότερο πράγμα στον κόσμο. Έπρεπε να ριχτώ στο ποτάμι, ξέροντας πως ίσως θα πνιγώ. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες ρίχνονται με σωσίβια περασμένα στο λαιμό τους και πολύ συχνά εκείνο που τους πνίγει είναι τα σωσίβια αυτά. Κανείς δεν μπορεί να πνιγεί τον ωκεανό της πραγματικότητας, όταν δίνεται εθελοντικά στην εμπειρία. Η οποιαδήποτε πρόοδος στη ζωή έρχεται όχι με την προσαρμογή αλλά με την τόλμη, με την υπακοή στην τυφλή παρόρμηση. «Η ατολμία είναι όλεθρος», είπε ο René Crevel, μια φράση που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Η όλη λογική του σύμπαντος κλείνεται στην τόλμη, δηλαδή στη δημιουργία με την πιο επιπόλαιη και ισχνή βάση. Στην αρχή, τούτη η τόλμη περνιέται λαθεμένα για θέληση, αλλά με τον καιρό η θέληση αποβάλλεται και τη θέση της παίρνει η αυτόματη διαδικασία, που πρέπει με τη σειρά της να σπάσει ή να αποβληθεί και μια νέα βεβαιότητα να στεριώσει, που καμιά σχέση δεν έχει με τη γνώση, την ικανότητα, την τεχνική ή την πίστη. Με την τόλμη φτάνει κανείς στη μυστηριώδη στάση Χ του καλλιτέχνη. Και τούτο το αγκυροβόλημα είναι που δεν μπορεί κανείς να περιγράψει με λέξεις, αλλά που ενυπάρχει και αναδίνεται από κάθε γραμμή που γράφεται.



Henry MILLER

Μετάφραση: Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου
Σ.Σ. Ο Ρενέ Κρεβέλ (René Crevel) ήταν Γάλλος συγγραφέας και ποιητής με ενεργή δράση στο καλλιτεχνικό κίνημα του υπερρεαλισμού. Γεννήθηκε και πέθανε στο Παρίσι (1900-1935).Τα έργα του αντανακλούν ένα «πνεύμα κατατρεγμένο από την αδυναμία εξέγερσης που δεν εφησυχάζει παρά μόνο στο σαδισμό και τη βία ενώ η τρέλα, αληθινή ή επίπλαστη, αποτελεί υπέρτατη έκφραση διαμαρτυρίας».
Πρώτη δημοσίευση: ΕΥΘΥΝΗ | Φυλλάδιο νεοελληνικού προβληματισμού, τεύχος 75ο, Μάρτιος 1978



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου