ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ

3 Νοε 2018

Από το κομποσχοίνι στο κομπολόι

Με κρατάς ανάμεσα στα δάχτυλά σου κι ονειρεύεσαι… Δεν είναι μόνο η ομορφιά μου που ρουφάς με τα μάτια σου. Ούτε μονάχα η τέχνη που είχαν τα...
όποια χέρια έφτιαξαν τις χάντρες μου και τις πέρασαν σε μια μεταξωτή κλωστή.

Στο ιστορικό του ξεκίνημα το κομπολόι ταυτίστηκε με την προσευχή. Οι περασμένες σε μια κλωστή χάντρες έχουν την αφετηρία τους στον Ινδουισμό, ως «βοήθημα» για το μέτρημα προσευχών. Οι Ινδουιστές τις έλεγαν «μάλα». Σπόροι ενός δέντρου ήταν, που καθώς λένε φύτρωνε μονάχα στην Ιάβα… Σκληροί και άγριοι στην αφή, χαραγμένοι σε πέντε τμήματα – που καθένα αντιπροσώπευε μία από τις πέντε μορφές του θεού Σίβα – συμβόλιζαν την τραχειά και δύσκολη ζωή που όφειλαν να ζουν οι πιστοί του θεού…

Ως παρακλάδι του Ινδουισμού, ο Βουδισμός αργότερα κράτησε την παράδοση των «μάλα» από σπόρους ενός δέντρου, που και σήμερα βλέπει κανείς έξω από βουδιστικούς ναούς και μονές: Είναι το ιερό δέντρο Bodhi, που στα ινδικά σημαίνει «φώτιση» και που οι δυτικοί το ονόμασαν «ficus religiosa».

Οι χάντρες προσευχής πέρασαν από την Ινδία στην Κίνα, στην Κορέα, στο Θιβέτ. Στην τελευταία όμως αυτή περιοχή, τη θέση των ταπεινών σπόρων πήρε μια τεράστια ποικιλία υλικών: Οι πιστοί του Θιβέτ, όπου ο Βουδισμός έφτασε γύρω στο 800 μ. Χ., έκαναν τις δικές τους χάντρες προσευχής από κοράλλι, όστρακα, ελεφαντόδοντο, κεχριμπάρι, τιρκουάζ και διάφορους λίθους. Οι πολυτιμότερες όμως χάντρες ήταν από οστά «αγίων ανθρώπων» ή ιερών λάμας.
O Ιερός αριθμός 108

Το βουδιστικό κομπολόι προσευχής αποτελείται συνήθως από 108 χάντρες. Οι Βουδιστές λένε, πως ο ιδρυτής του Βουδισμού, ο Σακιαμούνι, πρόσταξε τον βασιλιά Βαϊντούνια, να περάσει σ’ ένα σπάγκο 108 σπόρους του δέντρου Bodhi και να επαναλαμβάνει 2.000 φορές κάθε μέρα τη φράση «δόξα στο Βούδα, στο νόμο και στο ποίμνιο», μετρώντας τις φορές μ’ αυτό το «κομπολόι».

Ο αριθμός 108 συμβολίζει τις ισάριθμες αμαρτωλές επιθυμίες τις οποίες πρέπει να ξεπεράσει κάθε Βουδιστής, για να μπορέσει να φτάσει σε Νιρβάνα. Υπάρχει κι άλλη εκδοχή, ωστόσο… Ότι κάπου το 500 π.Χ. κάποιος βουδιστής πνευματικός δάσκαλος είχε ένα μικρό μαθητή που, ενώ έπρεπε να λέει 108 προσευχές, δεν ήξερε να μετράει και όλο μπερδευόταν. Ο δάσκαλος πήρε λοιπόν 108 κουκούτσια κι αφού τα τρύπησε τα πέρασε σ’ ένα σχοινάκι. Έπειτα έδεσε τις δυο άκρες του, για να μη γλιστρήσουν και χαθούν οι χάντρες.
Πηλός από τη Mέκκα και τη Mεδίνα

Το Κοράνι χαρακτηρίζει τη Μέκκα ελάχιστα κατάλληλη για οικισμό, λόγω της ξηρασίας της. Κι ωστόσο αυτή η «κοιλάδα δίχως βλάστηση» κατοικήθηκε ήδη από τον Αβράαμ, τη γυναίκα του Χάγκαρ και το γιό του Ισμαήλ. Και εκεί γεννήθηκε το 570 μ.Χ. ο προφήτης του Αλλάχ, ο Μωάμεθ, που αφού πολέμησε και δίδαξε, έκλεισε τελικά το 632 τα μάτια του στη Μεδίνα. Μέκκα και Μεδίνα έγιναν, έτσι, οι δυο ιερές πόλεις του Ισλάμ. Κι όταν οι Άραβες ταξιδευτές έφεραν τη συνήθεια του κομπολογιού προσευχής από την Ινδία στον ισλαμικό κόσμο, κρίθηκε ότι υλικό για τις χάντρες του έπρεπε να είναι πηλός από τις δυο αυτές πόλεις.

Αργότερα, στα υλικά προστέθηκε το ξύλο και οι πολύτιμοι λίθοι. Τα ισλαμικά προσευχητάρια έχουν 99 χάντρες που λέγονται subha – που σημαίνει «εξυμνώ». Η 100η – η μεγαλύτερη, ο μετέπειτα δικός μας «παπάς» – οριοθετεί την ολοκλήρωση ενός κύκλου προσευχών, οπότε και προφέρεται το όνομα του Αλλάχ. Απ’ αυτή τη χάντρα ξεχύνεται και ένας θύσαννος από κλωστές, η γνωστή μας φούντα. Προστέθηκε διότι οι Άραβες πίστευαν πως τα πονηρά πνεύματα φοβούνται κάθε τι που ταλαντεύεται και ότι, άρα, η φούντα που «χόρευε» τους προστάτευε από το Κακό.
Λίγη Μεσαιωνική ιστορία…

Η Γερτρούδη της Νιβέλ, κόρη του Πιπίνου του Μεγάλου και πρόγονος του Καρλομάγνου, μπήκε δεκατεσσάρων χρονών κοριτσάκι σ’ ένα μοναστήρι της βελγικής αυτής πόλης που το είχε χτίσει η μητέρα της, έγινε με τον καιρό ηγουμένη του και πέθανε το 659 εκεί. Στον τάφο της – που καταστράφηκε από γερμανικούς βομβαρδισμούς το 1940 – μαζί με το λείψανό της είχε βρεθεί ένα κομπολόι προσευχής… Απόδειξη, ότι τα προσευχητάρια από χάντρες – τα «ροζάρια» όπως επικράτησε να ονομάζονται – είχαν ήδη εισαχθεί στα ρωμαιοκαθολικά έθιμα από τον 7ο αιώνα. Ποιος όμως τα είχε καθιερώσει;

Ο πάπας Πίος Ε΄, ποντίφηκας από το 1566 έως το θάνατό του, με ειδική απόφασή του, ανακήρυξε «εφευρέτη» του ροζάριου τον Άγιο Δομίνικο, ιδρυτή του τάγματος των Δομινικανών. Ο Άγιος είχε ζήσει μεταξύ 1170 και 1231. Η επίσημη λοιπόν καθιέρωση του ροζαρίου ανάγεται στον 12ο αιώνα. Και η κατασκευή του ορίστηκε απλή. Χάντρες από κοράλλι, χαλαζία και κεχριμπάρι αποκλείστηκαν ως υλικά ειδωλολατρικά.

Μα και για ένα ακόμη λόγο: Για να μην υποθάλπεται η φιλαρέσκεια των γυναικών που, επειδή η μεσαιωνική καθολική Εκκλησία τους απαγόρευε να φορούν κοσμήματα, έκαναν επίδειξη με περίτεχνα πολύτιμα ροζάρια, αντί να συγκεντρώνονται στις προσευχές τους…
Το Τάγμα των Κομβολογητών

Ανάγοντας το κομπολόι σε μέσο πνευματικής ανάτασης και ενδυνάμωσης της πίστης, οι Δομινικανοί καλόγεροι έζωναν τη μέση τους με μακριά κομπολόγια από 150 χάντρες, χωρισμένες ανά πενήντα, και γυρίζοντας από χώρα σε χώρα το διέδιδαν στην Ευρώπη. Έμειναν έτσι γνωστοί ως «Τάγμα των Κομβολογητών».

Η Ελλάδα αποτελεί τη μοναδική περίπτωση όπου το προσευχητάρι αποβάλλει την αρχική θρησκευτική του ιδιότητα και μετατρέπεται σε κομπολόι, σε αντικείμενο διασκέδασης, γράφει ο Κώστας Κατσιμπόκης στο «Περί Κομβολογίου το Ανάγνωσμα».

Η μετάλλαξη αυτή έγινε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Οι Τούρκοι της Ελλάδας κρατούσαν το «τεσπίχ», που το εξελληνίσαμε σε «ντεσπίγι». Το κομπολόι αυτό ήταν πυκνό, δεν περίσσευε ελεύθερο σχοινάκι για να γλιστράνε και να «παίζονται» οι χάντρες, αφού σκοπός του ήταν μονάχα το μέτρημα των προσευχών.

Ήταν δηλαδή μια γιρλάντα με χάντρες ακίνητες, που οι Τούρκοι ωστόσο την κρατούσαν όχι μόνο στις προσευχές τους, αλλά και σε επίσημες εκδηλώσεις, στη διασκέδασή τους ή στο ραχάτι τους. Οι Έλληνες υιοθέτησαν τη γιρλάντα με τις χάντρες από τους Τούρκους. Αλλά με πιο «παιχνιδιάρικο» μάτι… Κατά μία άποψη, για να σαρκάσουν με τη μίμηση αυτή τους δυνάστες τους. Κατά μια άλλη, πιο παράδοξη, για να έ-χουν τα χέρια τους «απασχολημένα» ώστε να μην παρασύρονται να χαιρετούν με χειραψία, που οι Τούρκοι τους την απαγόρευαν…

Και να που τώρα, στη σκλαβωμένη Στερεά, στην Εύβοια, στο Μοριά, το τεσπίχ του Τούρκου μεταμορφώνεται σε κομπολόι του ραγιά: Με κέφι και εφευρετικότητα, ο Έλληνας αφαιρεί απ’ το σχοινάκι κάμποσες χάντρες, μεγαλώνοντας το κενό ανάμεσα στις υπόλοιπες και δημιουργώντας το ελληνικό κομπολόι, που οι χάντρες του κινούνται ελεύθερα: Ένα πλάσμα ζωντανό, που τραγουδάει, αναστενάζει, το χαϊδεύεις και αποκρίνεται!
Στου Όθωνα τα χρόνια…

«Ο ποτέ πυρπολητής, εξηκοντούτης πλέον, έφερεν ενδυμασίαν ευρωπαϊκήν, μακράν ρεδινγκόταν a la propriétaire, είχε την κόμην λευκήν και βραχείαν, τον μύστακα παχύν και αι χονδραί κοκκινωπαί χείρες του εξεκκόκιζον κομβολόγιον εξ εβένου». Έτσι, σε μετάφραση
του Μπάμπη Άννινου, περιγράφει ο Γάλλος Maxime Du Camp στις «Φιλολογικές Αναμνήσεις» του τον Κωνσταντίνο Κανάρη, τον οποίο επισκέφτηκε το 1850 στην Αθήνα.

Στην ελεύθερη πια Ελλάδα του Όθωνα, το κομπολόι είχε τη δική του θέση και σημασία. Η απαξίωση που έμελλε να γνωρίσει στις αρχές του 20ου αιώνα, δεν το είχε ακόμα αγγίξει. Ήταν στα χέρια κάθε σχεδόν ανθρώπου με κύρος. Το πρώτο μάλιστα αποτυπωμένο ντοκουμέντο του, είναι μια σπάνια φωτογραφία, τραβηγμένη γύρω στο 1840 στην Κάρυ-στο, που δείχνει έναν τοπικό προύχοντα να υποδέχεται τον ίδιο το βασιλιά Όθωνα κρατώντας στο χέρι ένα κομπολόι.
Σεργιανώντας στου Ψυρρή κάποτε…

Πώς και γιατί «ξέπεσε» αργότερα στον τόπο μας το κομπολόι; Τι έφταιξε που περιθωριοποιήθηκε για ένα σχεδόν αιώνα, ίσαμε που τελείωσε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος; Βασικοί υπεύθυνοι για την κοινωνική του απαξίωση στάθηκαν οι παλιοί κουτσαβάκηδες – άτομα περιθωριακά οι ίδιοι, ταυτισμένοι με κομπολόγια από υλικά εντελώς ευτελή. Ας γυρίσουμε πίσω, με «ξεναγούς» τον Τίμο Μωραϊτίνη και τον Δημήτρη Σκουζέ, να τους γνωρίσουμε…

Η Επανάσταση είχε τελειώσει. Άπραγοι οι παλιοί καπεταναίοι και αγωνιστές του ‘21, όσοι ζούσαν ακόμα, μαζεύονταν στον κεντρικό καφενέ της πλατείας του Ψυρρή που οι Αθηναίοι, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, της είχαν δώσει το όνομα «Πλατεία Ηρώων».

Το κομπολόι τσ’ αθρωπιάς, όπου πρεπίζει τσ’ άντρες,χαράς του τον που το βαστά,
με τση τιμής τις χάντρες Κρητική μαντινάδα.

Διάφοροι ψευτοπαλικαράδες και νταήδες, ίσως επειδή ένιωθαν κι εκείνοι κάπως σαν λαϊκοί ήρωες, έκαναν αργότερα αυτή την πλατεία στέκι τους. «Κουτσαβάκηδες» τους ξέρανε όλοι – γιατί προσπαθούσαν να μοιάσουν σε ύφος και ζοριλίκι σ’ ένα καυγατζή δεκανέα απ’ τα χρόνια του Όθωνα, τον Μήτρο Κουτσαβάκη.

Βλέμμα βλοσυρό, μαλλιά με χωρίστρα στη μέση κι αλειμμένα με κανελλόλαδο, μουστάκι στριφτό πασαλειμένο με μαντέκα… Παντελόνι «τζογέ», σκούρο πάντα, με ρίγα, που στένευε στο μπατζάκι. Στιβάλια στενά και μυτερά, με τακουνάκι. Γύρω στη μέση ζωνάρι μάλλινο, άσπρο ή κόκκινο: Για να χώνουν μέσα τις περίφημες «ισόβιες» – τις μάχαιρες που κουβαλούσαν και που συχνά τους έστελναν στη φυλακή. Στο κεφάλι, σταχτιά ρεπούμπλικα με μια φαρδιά κορδέλα πένθους – τη «θλίψη» όπως την έλεγαν.

Σεργιανώντας στα σοκάκια του Ψυρρή, κάποτε, θα τους αναγνώριζες αμέσως. Γιατί οι κουτσαβάκηδες δεν φόραγαν ποτέ το σακάκι τους και με τα δυο μανίκια: Μονάχα το αριστερό. Και στο χέρι τους, απαραίτητο, το κομπολόι. Ιδίως, αν είχαν κόψει το τσιγάρο!
Εκείνοι που ήρθαν από απέναντι…



Φαίνεται, πως το κλίμα άρχισε ν’ αλλάζει μετά τη δεκαετία του ’20. Σύμφωνα με τους απογόνους μιας οικογένειας μικρασιάτικης, που ήρθε «από απέναντι» μετά την Καταστροφή, οι πρόσφυγες παππούδες τους ήταν οι πρώτοι που άρχισαν να φτιάχνουν και να πουλάνε πραγματικά «ελληνικά» κομπολόγια.

Η δημοσιογράφος και συγγραφέας Κατερίνα Αγραφιώτη, συνάντησε τα εγγόνια τους και της είπαν όσα ήξεραν: Πώς μετά το ’22 έφτασε η φαμίλια στην Ελλάδα κι έφτιαξε ένα σπιτάκι στην Κοκκινιά… Και πώς, μ’ ένα «μηχάνημα» που είχε φέρει μαζί της «από πέρα», άρχισε επαγγελματικά να κατασκευάζει χάντρες και κομπολόγια… Κι έπειτα, ανοίγοντας ένα μαγαζάκι κοντά στον Πειραιά – ένα απ’ τα πρώτα νεοελληνικά κομπολογάδικα – διέδωσε το περιφρονημένο κομπολόι, συμβάλλοντας να γίνει αποδεκτό και να μπει στη ζωή κάθε κοινωνικής τάξης.

Ο πόλεμος τελείωσε

Στα χρόνια του Μεσοπολέμου η αστική συνείδηση αμύνεται ακόμη ενάντια στο κομπολόι. Κι έπειτα όλα ανατρέπονται… Η σαρωτική αλλαγή που έφερε ο Δεύτερος μεγάλος πόλεμος στα κοινωνικά ήθη, στις καθημερινές συνήθειες, μα προπαντός στις αγκυλωμένες αντιλήψεις και στον τρόπο θεώρησης των πραγμάτων, λειτουργεί καταλυτικά σε όλα τα επίπεδα.

Το αδικημένο κομπολογάκι αρχίζει να γίνεται αποδεκτό. Όλο και περισσότερο κερδίζει έδαφος. Μετά το 1945 εκείνοι που το αγαπούν, που βρίσκουν βάλσαμο τη συντροφιά του, δεν νιώθουν πια ενοχές… Ο πόλεμος τελείωσε. Και ο δικός του πόλεμος!

Και φυσικά, οι δεκαετίες που ακολουθούν το καθιερώνουν. Στους μυημένους προστίθενται οι νεοφώτιστοι. Το ανακαλύπτουν και το υιοθετούν. Το συλλέγουν. Το επιδεικνύουν. Το βάζουν στις παρέες. Το χαρίζουν σε φίλους.

πηγη kombologadiko

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου